επιστέγαση

η
1. κάλυψη με στέγη
2. η ολοκλήρωση έργου ή προσφοράς με σημαντική τελική πράξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιστεγάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιστέγαση — η 1. η κάλυψη με στέγη, το στέγασμα. 2. η συμπλήρωση έργου με κάτι αξιόλογο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ερέψιμος — ἐρέψιμος, ον (Α) ο κατάλληλος για επιστέγαση («ἐρέψιμος ὕλη», Θεόφρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρεψις «επιστέγαση»] …   Dictionary of Greek

  • έρεψις — ἔρεψις, ἡ (Α) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ερέφω, η επιστέγαση 2. στέγη, σκεπή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερέφω «καλύπτω»] …   Dictionary of Greek

  • ακρόδωμα — το 1. ο ακρόδοχας* 2. στον πληθ. τα ακροδώματα μεγάλοι λίθοι που τοποθετούνται στις πλάκες τού γείσου ενός οικοδομήματος, για να τίς συγκρατούν και να τίς εμποδίζουν να πέφτουν 3. ογκώδης λίθος που χρησιμεύει για την επιστέγαση τοίχου ή περιβόλου …   Dictionary of Greek

  • επίστεψη — η 1. η ολοκλήρωση και διακόσμηση τής στέγης οικοδομήματος με ανάγλυφα διακοσμητικά στοιχεία 2. επιστέγαση, ολοκλήρωση 3. η τοποθέτηση με συμπίεση μεταλλικής επένδυσης γύρω από τον σωλήνα τού πυροβόλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιστέφω. Η λ. στον λόγιο τ.… …   Dictionary of Greek

  • επισφράγιση — η (AM ἐπισφράγισις) [επισφραγίζω] 1. το σφράγισμα και κατά συνεκδοχή η επικύρωση, η επιβεβαίωση 2. μτφ. ολοκλήρωση, επιστέγαση αρχ. (μετρ.) η πτώση τού ρυθμού στον στίχο …   Dictionary of Greek

  • κεράμωση — η (ΑΜ κεράμωσις) [κεραμώνω] επιστέγαση με κεραμίδια, τοποθέτηση κεραμιδιών σε στέγη …   Dictionary of Greek

  • πισσόχαρτο — το, Ν τεχνολ. αδιάβροχο χαρτί το οποίο παρασκευάζεται με την επάλειψη χονδρών φύλλων χαρτιού με διάλυμα πίσσας σε τερεβινθέλαιο και χρησιμοποιείται για τη συσκευασία αντικειμένων που πρέπει να προφυλαχθούν από την υγρασία, για την επιστέγαση… …   Dictionary of Greek

  • όροφος — ο (Α ὄροφος) νεοελλ. 1. τμήμα οικοδομής ανάμεσα σε δύο οροφές, το οποίο αποτελείται από σύνολο δωματίων και διαμερισμάτων που έχουν στο ίδιο επίπεδο το δάπεδο και στο ίδιο ύψος την οροφή τους, πάτωμα κτηρίου 2. καθένα από τα τμήματα συστήματα… …   Dictionary of Greek

  • επισφράγιση — η 1. το σφράγισμα. 2. μτφ., επικύρωση, επιβεβαίωση. 3. μτφ., συμπλήρωση, ολοκλήρωση, επιστέγαση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.